- γκαβός
- και γκαϊδός, -ή, -όο αλλήθωρος.[ΕΤΥΜΟΛ. < (ρουμ.) gavŭ < λατ. cavus. Αβάσιμη θεωρείται η αναγωγή της λ. στο αρχ. σκαμδός «αλλήθωρος»].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
γκαβός — ή, ό επίρρ. ά 1. αλλήθωρος. 2. τυφλός, στραβός: Γκαβός είσαι και δε με είδες; … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
αλλήθωρος — η, ο (Μ ἀλλήθωρος) αυτός που βλέπει όχι ευθύγραμμα αλλά λοξά, αυτός που έχει στραβισμό, στραβόθωρος, γκαβός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρ. άλλη θωριά. Κατ άλλη άποψη ο τ. αλλήθωρος < αλλόθωρος (< άλλος + θωρώ), κατ’ απόδοση τού αρχ. επιθ. ἑτερ όφθαλμος … Dictionary of Greek
γκαβίζω — είμαι γκαβός … Dictionary of Greek